αναδημιουργώ


αναδημιουργώ
αναδημιουργώ, αναδημιούργησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναδημιουργώ — ( έω) (Μ ἀναδημιουργῶ) δημιουργώ εκ νέου, κατασκευάζω κάτι από την αρχή, ξαναφτιάχνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + δημιουργῶ. ΠΑΡ. νεοελλ. αναδημιουργία] …   Dictionary of Greek

  • αναδημιουργώ — ησα, ήθηκα, ημένος, ξαναφτιάχνω, ξαναπλάθω: Ο καλός μεταφραστής ενός έργου, ως ένα βαθμό, αναδημιουργεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναδημιουργία — η 1. η εκ νέου δημιουργία 2. αναγέννηση 3. ανασχηματισμός. [ΕΤΥΜΟΛ. Νεώτ. λόγ. σύνθετο < αναδημιουργώ. ΠΑΡ. αναδημιουργικός] …   Dictionary of Greek

  • ανακτίζω — (Α ἀνακτίζω) 1. χτίζω εκ νέου, ξαναχτίζω 2. αναδημιουργώ, επαναφέρω στη ζωή, αναγεννώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κτίζω. ΠΑΡ. ἀνάκτισις ( η) μσν. ἀνακτιστής] …   Dictionary of Greek

  • νεουργώ — νεουργῶ, έω (ΑΜ) [νεουργός (Ι)] 1. επεξεργάζομαι εκ νέου, ανακαινίζω 2. μτφ. αναδημιουργώ, ανανεώνω («ὁ Ῥωμανοῡ παις... κρεῑττον νεουργεῑ τῆς πάλαι θεωρίας», Ανθ. Παλ.) μσν. 1. κτίζω κάτι καινούργιο 2. καλλιεργώ αγροτική έκταση που έχει μείνει… …   Dictionary of Greek

  • αναμορφώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, δίνω σε κάτι νέα, καλύτερη μορφή, αναδημιουργώ: Αναμόρφωσαν όλο το χώρο γύρω από την εκκλησία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπαράγω — παράγω ξανά, αναδημιουργώ: Η ζωντανή ύλη έχει την ιδιότητα να αναπαράγει ζωντανή ύλη και μάλιστα σύμφωνα με ορισμένους κανόνες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αναπλάθω — ανάπλασα, πλάστηκα, πλασμένος 1. αναδημιουργώ, αναμορφώνω: Ο Σωκράτης ζητούσε να αναπλάσει ηθικά τους Αθηναίους. 2. ξαναφέρνω στη συνείδησή μου παλιότερες παραστάσεις: Η συνείδηση αναπλάθει τις παλιές παραστάσεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)